Μουσική       &      Ψυχολογία

 

        Η μουσική, βασικός συντελεστής ψυχικής αρμονίας, ευεξίας, πνευματικής ανύψωσης υφίσταται, από   δημιουργίας  κόσμου, αφού ο ρυθμός γεννήθηκε με την πρώτη πνοή της ζωής. Το σύμπαν κινείται πάνω σε ποικιλία ρυθμών αστρικών ρυθμών, εποχιακών ρυθμών, ημερονύκτιο ,ακόμη και ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί σε βιολογικούς οργανικούς κυτταρικούς ρυθμούς. Ο Νικόμαχος Γερασηνός αναφέρει πως πιθανό είναι τα ονόματα των φθόγγων να πήραν το όνομά τους από τα επτά αστέρια  που βρίσκονται γύρω απ τη γη.

Δηλαδή Κρόνος Ζεύς Άρης Ηλιος Ερμής Αφροδίτη Σελήνη, Υπάτη Παρυπάτη Υπερμέση Παραμεση Υπερνεατη Νεατη.    

      H μουσική  ως λέξη χρησιμοποιείται απ όλες τις γλώσσες του κόσμου (music ,musica) Η καταγωγή της είναι αρχαία ελληνική. Έχει βάση την ρίζα μω, όπως και το μυστήριο και μύστης και έχει τη σημασία του ερευνώ .Ο Ρυθμός, η μελωδία και η αρμονία είναι τα βασικά στοιχεία της μουσικής, λέξεις επίσης γνωστές σε όλο τον κόσμο.

      Ο ρυθμός προέρχεται απ το ρήμα ρέω. Το συναντάμε πρώτη φόρα στον στίχο ‘γίγνωσκε σ οιός ρυσμός ανθρώπους έχει) του Αρχίλοχου.

                                       Μουσική      και     στάδια      ανάπτυξης του ανθρώπου

                                                                    Προγενετική εμπειρία                       

       Η επαφή μας με τον ρυθμό είναι εμπειρία προγενετική. Ο ρυθμός φαίνεται πως είναι η πρώτη εμπειρία των αισθήσεων του εμβρύου μέσα στον μικρόκοσμο της μήτρας. Μέσα από τους αρτηριακούς παλμούς του μητρικού κυκλοφοριακού συστήματος το έμβρυο αισθάνεται τους ρυθμούς που προέρχονται από το εσωτερικό του σώματος της μητέρας, όπως τον ρυθμό της καρδιάς, της αναπνοής, κ.λπ. Η ολοκληρωτική αυτή σύνδεση αποτελεί ένα είδος πρωταρχικής αρμονίας, ευάλωτης σε κάθε συγκινησιακή ή οργανική διαταραχή της μητέρας, που κινδυνεύει να κλονισθεί ιδιαίτερα κατά την εμπειρία του τοκετού. Αλλά και μετά τη γέννηση, οι περισσότερες μητέρες, συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιούν, κρατούν τα μωρά τους στο αριστερό μέρος του κορμιού. Eτσι τα βρέφη ακούν τους κτύπους της καρδιάς και οι φόβοι τους γίνονται πιο ανεκτοί.     

      Oι ηχητικές εντυπώσεις της ενδομήτριας ζωής αποτελούν ένα γενετικό ηχητικό μωσαϊκό που σε συνδυασμό με τις κληρονομικές ηχητικές εμπειρίες της οικογένειας και της φυλής του κάθε ατόμου καθώς και τις καθαρά προσωπικές ηχητικές εμπειρίες της πορείας του στη ζωή, καθορίζουν την ηχητική του ταυτότητα, βασική έννοια της μουσικοθεραπείας.

       Έρευνες υποδεικνύουν ότι το ανθρώπινο έμβρυο, από τον έκτο μήνα της ζωής του, αντιλαμβάνεται αδιάκοπα τους χτύπους της καρδιάς της μητέρας και οι ρυθμικοί παλμοί μεταδίδονται μέσα από το μητρικό κυκλοφοριακό σύστημα ακόμη και από τις πρώτες ημέρες σχηματισμού του εμβρύου. Το πιο συχνό και τακτικό ερέθισμα που δέχεται το έμβρυο είναι ο ρυθμός των 72 χτύπων ανά λεπτό, δηλαδή ο συνήθης ρυθμός της καρδιάς της μητέρας, ο οποίος αποτελεί για το έμβρυο ένα είδος πρωταρχικού ρυθμικού βιώματος. Μεταγενετικά το νεογνό αντιδρά με ανησυχία και διέγερση σε ρυθμό μεγαλύτερο αυτού. Οι 140 χτύποι ανά λεπτό προκαλούν κλάμα, νευρικότητα και αδιαθεσία.
      Η προγενετική αυτή εμπειρία υποδεικνύει την άμεση σύνδεση που επιτελείται μεταξύ μουσικού και ψυχικού βιώματος. Μέσα στην απόλυτη μοναξιά της μήτρας ο ρυθμός της καρδιάς της μητέρας, η «μουσική της καρδιάς», καταγράφεται ως μια βαθιά και θεμελιώδης σωματική-συγκινησιακή εμπειρία που συνοδεύει τον άνθρωπο σε όλη τη ζωή του. Η συσχέτιση μεταξύ ακουστικών αντιλήψεων και ερεθισμάτων και ψυχικών βιωμάτων, η άμεση αλληλεπίδραση σώματος, ψυχής και μουσικής είναι προφανής.
                                                                     
Μεταγενετικά

       Μεταγενετικά το βρέφος ουσιαστικά γνωρίζει και σχετίζεται με το εξωτερικό περιβάλλον επίσης μέσω «μουσικών» βιωμάτων. Όπως τονίζει ο Γ. Κανακάκης, «το παιδί γνωρίζει τον κόσμο μέσω προ-γλωσσικών σημάτων επικοινωνίας. Σηματοδότης είναι η μητέρα με τη φωνή της. Τα σήματα αυτά είναι το ηχόχρωμα, ο αντίλαλος, ο ρυθμός, η αντήχηση, η διάρκεια, το ύψος του φθόγγου. Το παιδί δεν καταλαβαίνει αλλά αισθάνεται τη μητέρα όταν μιλά δυνατά, σιγανά, γρήγορα, αργά, μαλακά, σκληρά, ψηλά ή χαμηλά». Είναι γεγονός ότι το νεογέννητο βρέφος δεν κατανοεί, δεν μιλά, δεν χαμογελά, αντιδρά όμως πάντα επιτυχώς σε ηχητικά ή μουσικά ερεθίσματα, σε μια μελωδία, στο θόρυβο της κουδουνίστρας, στο ρυθμικό νανούρισμα της μητέρας ή της νοσοκόμας, αναπτύσσοντας, μέσω των μουσικών αυτών παραμέτρων, έναν ειδικό κώδικα επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον.

      Οι πρώτες ηχητικές εμπειρίες του νεογέννητου με βασικό σηματοδότη συνήθως τη φωνή της μητέρας, φθάνουν στο παιδί σαν προγλωσσικά σήματα επικοινωνίας. Αυτή η συνεχής επαφή με τις οικείες φωνές του περιβάλλοντος δημιουργεί στο βρέφος την πρώτη προστατευτική εμπειρία παρουσίας, ανθρώπινης ζεστασιάς και ασφάλειας, επιτρέποντάς του να αναπτύξει ένα συναισθηματικό και αισθητικό ενδιαφέρον για τον εξωτερικό κόσμο που με αυτόν τον τρόπο του φαίνεται λιγότερο επικίνδυνος. Σ' αυτήν την τόσο κρίσιμη περίοδο, το κωφό παιδί αποκτά τα χαρακτηριστικά του κωφάλαλου γιατί δεν ακούει ούτε την ηχώ της φωνής του ούτε τις απαντήσεις.                                  

     Ο Jean Piaget, Ελβετός ψυχολόγος, ανέπτυξε μια από τις πιο γνωστές θεωρίες ανάπτυξης του παιδιού περιγράφοντας τέσσερις σημαντικές περιόδους: την αισθησιοκινητική, την προσυλλογιστική, την περίοδο της συγκεκριμένης σκέψης και την περίοδο της αφαιρετικής σκέψης. Σε καθεμία από αυτές επιτελείται ανάπτυξη συγκεκριμένων διανοητικών, κοινωνικών και κινητικών δεξιοτήτων του παιδιού. Η εξέλιξη των μουσικών δεξιοτήτων ακολουθεί αντίστοιχη πορεία.
                α. Αισθησιοκινητική περίοδος (0-24 μήνες)
      Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής το βρέφος γνωρίζει το εξωτερικό περιβάλλον μέσω των αισθήσεων και των κινητικών του δραστηριοτήτων. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής του είναι σε θέση να διακρίνει διαφορετικούς ήχους και να αναζητήσει την προέλευσή τους. Βρέφη ηλικίας δύο μηνών εστιάζουν το βλέμμα τους σε ένα μουσικό όργανο ή έναν τραγουδιστή. Η προσοχή τους αποσπάται με ιδιαίτερη ευκολία από διάφορους ήχους, ρυθμούς ή μουσικά όργανα. Παράλληλα αναπτύσσονται ειδικές κινητικές δεξιότητες, στην ηλικία των έξι μηνών το βρέφος ανταποκρίνεται κινητικά στη μελωδία που αποσπά την προσοχή του. Ο συντονισμός των κινήσεων βελτιώνεται, σταδιακά αρχίζει και χτυπά τα παιχνίδια του για να παράγει ήχο, να γρατζουνά την κουδουνίστρα «δημιουργώντας» τις πρώτες του «μελωδίες». Στην ηλικία των 12-18 μηνών εμφανίζονται οι πρώτες δειλές φωνητικές εκφράσεις, μικρές επαναλαμβανόμενες συλλαβές ντα, μπα, μα και, πράγματι, το παιδί αυτής της περιόδου είναι ένα ...«μουσικό» παιδί!

Η σημασία της εν λόγω αναπτυξιακής πορείας αφορά άμεσα την εφαρμογή της μεθόδου της μουσικοθεραπείας. Άτομα με ειδικά νοητικά, κινητικά ή φωνητικά προβλήματα, ακόμη και οι ηλικιωμένοι, λειτουργούν, παρά την εκάστοτε ηλικία τους, ακριβώς σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης. Η μουσική ως αισθητηριακό ερέθισμα υποβοηθά την ανάπτυξη των ελλειμματικών τους δεξιοτήτων και παράλληλα λειτουργεί ως εναλλακτικός τρόπος εκπαίδευσης γνωστικών λειτουργιών για τις οποίες δεν ενδείκνυται άλλη μέθοδος.
                 β. Προσυλλογιστική περίοδος (2-7 ετών
)
    
Σε αυτό το στάδιο παρατηρείται ταχεία ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας αλλά και άλλων γνωστικών δεξιοτήτων. Το παιδί είναι σε θέση όχι μόνο να αντιλαμβάνεται αισθησιοκινητικά τις έννοιες του «γρήγορου» ή «αργού» ρυθμού αλλά και να τις κατονομάζει, να διακρίνει τη διαφορετικότητα των μουσικών αντικειμένων ή γεγονότων, τα μεγάλα ή μικρά τύμπανα, τη δυνατή ή σιγανή μουσική. Παράλληλα, συμμετέχει και φωνητικά σε μουσικές δραστηριότητες. Προβάρει στιχάκια ή τραγούδια και η συμμετοχή του αυξάνει σταδιακά, με μεγαλύτερη ικανότητα μίμησης των τονικών σημάτων αλλά και λεκτικής συμμετοχής μέχρι την ηλικία των 4 ή 5 ετών. Παράλληλα αναπτύσσεται και η κοινωνική συμμετοχή, στην ηλικία των 4 έως 6 ετών παίρνει τη σειρά του για να τραγουδήσει, συνεργάζεται, τραγουδά με άλλα παιδιά και συμμετέχει κινητικά κάνοντας κινήσεις, χοροπηδώντας, χορεύοντας, χειροκροτώντας σε έναν ευχάριστο ρυθμό.
Η μουσικοθεραπεία βοηθά άμεσα άτομα που λειτουργούν σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης εφαρμόζοντας μουσικές δραστηριότητες που προωθούν τη γλώσσα, την κοινωνική συνεργασία και την κινητική δραστηριότητα. Το παιδί, μέσω της μουσικής, είναι σε θέση να μάθει νέες έννοιες, να κατονομάσει μεγέθη, κατευθύνσεις κλπ. και να συνδέσει την άμεση εμπειρία του με συμβολικές αναπαραστάσεις.
                γ. Περίοδος συγκεκριμένης σκέψης (7-11 ετών)
Σε αυτήν την περίοδο ανάπτυξης το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με ένα νέο τρόπο, να σκέφτεται πιο συστηματικά, να επιλύει διανοητικά προβλήματα που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο γεγονός. Η ικανότητα της λογικής σκέψης το βοηθά
πλέον να μαθαίνει μουσική σημειογραφία και να αντιλαμβάνεται τις έννοιες του ρυθμού και της αρμονίας. Να θυμάται μια συγκεκριμένη μελωδία ή έναν ρυθμό και να την τραγουδά παράλληλα με άλλα παιδιά που τραγουδούν μια άλλη. Η κοινωνική συμμετοχή είναι αυξημένη, συμμετέχει σε χορωδίες, μπάντες, καλλιεργώντας επιπλέον τις κοινωνικές τους δεξιότητες.
Η συμμετοχή σε μια ομάδα μουσικοθεραπείας παρέχει ένα άριστο πλαίσιο κοινωνικής αλληλεπίδρασης και συνεργασίας με τους συμμετέχοντες. Παράλληλα, οι μουσικές δραστηριότητες (το τραγούδι, η δημιουργία μιας νέας μελωδίας, η παράσταση μιας χορωδίας) αποτελούν πλέον ένα προσωπικό επίτευγμα του παιδιού που τονίζει ιδιαίτερα την υπό διαμόρφωση αυτοεκτίμησή του.
                  δ. Περίοδος αφαιρετικής σκέψης (11 και άνω)
Μετά το 11ο έτος ηλικίας εκκινεί η περίοδος κατά την οποία ο έφηβος κατακτά την αφηρημένη σκέψη, απομακρύνεται βαθμιαία από τα συγκεκριμένα πράγματα και θέτει υποθέσεις, προβληματισμούς, συμπεράσματα. Ο έφηβος ρωτά, συγκεντρώνει
στοιχεία, κάνει συλλογισμούς και καταλήγει σε προσωπικά συμπεράσματα. Η μουσική αποτελεί πια, σε αυτό το στάδιο, ένα μέσο προσωπικής έκφρασης, διαλογισμού και προβληματισμού. Οι κινητικές και φωνητικές του δεξιότητες είναι πλήρως ανεπτυγμένες και είναι και ο ίδιος σε θέση να «παράγει» μουσική. Πολλές ομάδες μουσικοθεραπείας που λειτουργούν με άτομα που κατέχουν αυτές τις δεξιότητες αποσκοπούν στη δημιουργία μουσικής, σε μια μουσική παράσταση, καθώς και σε άλλα μουσικά «επιτεύγματα»!
      Ο άνθρωπος καθ’ όλη την πορεία της ανάπτυξής του αποκτά σημαντικά μουσικά βιώματα. Η ειδική μουσική εκπαίδευση δεν είναι απαραίτητη προκειμένου να απολαύσει τη μουσική έτσι όπως ο ίδιος την ορίζει, π.χ. ακρόαση, τραγούδι, συμμετοχή σε χορωδία… Η εξέλιξη μέσω της μουσικής είναι διαρκής, μέχρι τα βαθιά γεράματα, και, αντίθετα από ό,τι πιστεύεται, και οι ηλικιωμένοι είναι σε θέση να απολαμβάνουν τα αγαπημένα
μουσικά τους ακούσματα με έναν μοναδικό προσωπικό τρόπο. Επιθυμούν ιδιαίτερα να ακούν μουσική, ιδιαίτερα της δικής τους εποχής και νιότης, να τραγουδούν με τη συντροφιά των φίλων, να παίζουν μουσικά όργανα, ή και να χορεύουν ρυθμικά στο άκουσμα μιας νοσταλγικής μελωδίας. Πράγματι, η συμμετοχή των ηλικιωμένων σε ομάδες μουσικοθεραπείας επιφέρει σημαντικά οφέλη, κοινωνική επανένταξη, συναισθηματική εκφόρτιση, αναπόληση βιωμάτων, κινητική δραστηριότητα, υποβοήθηση εστίασης της προσοχής, άσκηση της ακοής κλπ.
      Η μουσική αγγίζει τον άνθρωπο σε ένα προλεκτικό αρχαϊκό επίπεδο της προσωπικότητας, ξεπερνώντας τις αντιστάσεις της διανόησης και της λογικής σκέψης. Η κατάλληλη για τον κάθε άνθρωπο μουσική, οδηγεί στο πρώτο στάδιο της χαλάρωσης - στη μυϊκή υποτονία. Η χαλάρωση που επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο προκαλεί συναίσθημα ευφορίας, που ευνοεί μια καινούργια διαθεσιμότητα και μεγαλύτερη δεκτικότητα σε εξωτερικούς ερεθισμούς. Σ' αυτό ακριβώς το στάδιο η μουσική παύει να είναι απλώς ένα στοιχείο χαλάρωσης και παίζει ρόλο θεραπευτικό. Κοινό στοιχείο πάντως όλων των ερευνών είναι η διαπίστωση ότι οι οργανικές αντιδράσεις του ανθρώπου στο μουσικό ερέθισμα εξαρτώνται άμεσα από τη συγκινησιακή επίδραση που ασκεί η μουσική σ' αυτόν.

      Στον θεραπευτικό τομέα η αναζήτηση των κατάλληλων για κάθε άτομο ηχητικών - μουσικών ερεθισμάτων αποτελεί εξαιρετικά υπεύθυνη επιστημονική διαδικασία.

      Για το ίδιο μουσικό κομμάτι στην ίδια ερμηνεία, οι προσωπικοί τρόποι αντίδρασης μπορεί να είναι πολλοί και ποικίλοι, όχι μόνο ανάλογα προς τη μόρφωση του ακροατή αλλά και προς τη βαθύτερη προσωπικότητά του. Οι συγκινησιακές απαντήσεις στην ακρόαση ενός μουσικού κομματιού είναι η συνισταμένη διαφόρων παραγόντων, από τους οποίους οι πιο σημαντικοί είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, η ιδιοσυγκρασία η μόρφωση, το κοινωνικο-πολιτιστικό και κληρονομικό περιβάλλον, το ίδιο το μουσικό έργο καθώς και η ψυχική διάθεση του ατόμου κατά τη συγκεκριμένη στιγμή της ακρόασης.

      Η επίδραση της μουσικής στην ψυχολογία του ανθρώπου είναι πιο άμεση και έντονη όταν πρόκειται για άτομα με αδύνατη μουσική μόρφωση.

       Αντίθετα, άτομα με πλατιά μουσική καλλιέργεια ή επαγγελματίες μουσικοί έχουν κριτική προδιάθεση σε κάθε νέα ακρόαση που τροφοδοτεί αντιστάσεις στη συγκινησιακή επίδραση της μουσικής. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως οι μουσικοί δεν είναι δεκτικοί στα οφέλη της μουσικοθεραπείας.

        Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα, γίνεται η επιλογή των μουσικών κομματιών που χρησιμοποιούνται και στη μουσικοθεραπεία ανάλογα με την προσωπικότητα κάθε ατόμου και τη συγκεκριμένη στιγμή. Πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι, στο πλαίσιο της μουσικοθεραπείας, ο όρος μουσική δεν περιορίζεται σε ένα είδος ή σε μία εποχή, αλλά καλύπτει ευρύτατο πεδίο, στο οποίο περιλαμβάνονται από τη σιωπή και τα μεμονωμένα μουσικά στοιχεία ως τις πιο περίπλοκες μουσικές συνθέσεις που εκφράζουν όλους τους πολιτισμούς και όλες τις εποχές.

 

                                                                              Αναφορές

 

         Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες με αναφορές στη μουσικοθεραπεία είναι οι ιατρικοί αιγυπτιακοί πάπυροι που ανακαλύφθηκαν το 1899 και χρονολογούνται γύρω στο 1500 π.Χ. και χρονολογούνται γύρω στο 1500 π.Χ. Σ’αυτούς γίνεται λόγος για την ευνοϊκή επίδραση της μουσικής στη γονιμότητα της γυναίκας. Ωστόσο αυτοί που θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης μουσικοθεραπείας, είναι οι Αρχαίοι Έλληνες. Ανάμεσά τους ο Πυθαγόρας, ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας, διατύπωσαν θεμελιώδεις αρχές, όσον αφορά την επίδραση του ήχου στον ανθρώπινο ψυχισμό. Η Πυθαγόρεια σχολή υποστήριξε ότι το σύμπαν, η ανθρώπινη ψυχή και η μουσική υπόκεινται στις ίδιες αρμονικές σχέσεις, η διάσπαση των οποίων επιφέρει ψυχικές ασθένειες, που η μουσική έχει τη δύναμη να θεραπεύσει. Παρόμοιες ήταν και οι απόψεις του Πλάτωνα. Αντίθετα ο Αριστοτέλης υποστήριξε τη δύναμη της επιρροής της μουσικής όχι στο σύνολό της, αλλά των επιμέρους τμημάτων της, (ρυθμοί, κλίμακες, μελωδία, υφή, ηχόχρωμα των μουσικών οργάνων), που επιδρούν διαφορετικά ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

      Πολύ αργότερα, ο Πέρσης επιστήμονας, ψυχολόγος και μουσικολόγος Al Farabi (872-950 μ.Χ), στην πραγματεία του «Meanings of the Intellect» (Έννοιες της Διανοίας) έκανε αναφορά στη μουσικοθεραπεία και στη θεραπευτική επίδραση της μουσικής στην ψυχή.
Από το τέλος του 18ου αιώνα, οι επιστήμονες άρχισαν να ερευνούν την επίδραση της μουσικής στο ανθρώπινο σώμα. Τότε ήταν που εδραιώθηκε η αντίληψη ότι η μουσική επηρεάζει τον καρδιακό παλμό, την αναπνευστική λειτουργία, την κυκλοφορία του αίματος, κ.λ.π.
      Η καθιέρωση της μουσικοθεραπείας ως κλάδος υγείας ξεκίνησε αμέσως μετά τον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν επαγγελματίες και ερασιτέχνες μουσικοί προσέφεραν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους πηγαίνοντας σε νοσοκομεία όπου νοσηλεύονταν Βετεράνοι στρατιώτες, προσπαθώντας, με την παθητική ή και ενεργητική συμμετοχή των στρατιωτών αυτών σε μουσικά δρώμενα, να απαλύνουν τα σωματικά και ψυχικά τραύματα που άφησε πίσω του ο πόλεμος, αλλά και να ανακουφίσουν τον πόνο
.
Η αξιοσημείωτη ανταπόκριση των τραυματιών στη μουσική οδήγησε το ιατρικό προσωπικό να ζητήσει την πρόσληψη των μουσικών από τα νοσοκομεία. Η ανάγκη προηγούμενης εκπαίδευσης των μουσικών αυτών οδήγησε με τη σειρά της στην ίδρυση του πρώτου Πανεπιστημιακής Έδρας Μουσικοθεραπείας, στο Πανεπιστήμιο του Michigan,το1944.
       Πατέρας της σύγχρονης μουσικοθεραπείας θεωρείται ο Ζακ-Εμίλ Νταλκρός (Βιέννη 1865-Γενεύη 1950), σπουδαίος παιδαγωγός, που με τις πρωτοποριακές του απόψεις σχετικά με το ρόλο της μουσικής στη γενικότερη ανάπτυξη του ατόμου καλλιέργησε το έδαφος για την ίδρυση της μουσικοθεραπείας στην Αμερική με την ίδρυση το 1950 της πρώτης οργάνωσης μουσικοθεραπείας. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες οργανώσεις στην Ευρώπη καθώς και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.

         Ο Απόλλων, ο θεός της μουσικής, του φωτός ,της μαντικής ,ήταν και  πατέρας του Ασκληπιού. Στις εγκοιμήσεις στα αρχαία ιερά έκαναν χρήση μουσικής όπως και έδιναν συνταγές για την θεραπεία διάφορων ψυχικών ασθενειών.

      Ο Ασκληπιός υμνήθηκε από τον Πίνδαρο που θεράπευε ασθένειες με τραγούδια, ο Θεόφραστος  σε Φρύγιο ήχο χρησιμοποιούσε μελωδίες για να επικουφίζει τα άλγη.

Στην αρχαία ελλάδα η μουσική ήταν μέσο επικοινωνίας με το Θείον και μέσο διασκέδασης της ψυχής.

      Ο Πυθαγόρας, ο πρώτος αναγνωρισμένος θεωρητικός της μουσικής, περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η μουσική μπορεί να επιδρά στη συναισθηματική κατάσταση του ανθρώπου και το πώς η χρήση κατάλληλων μελωδιών μπορεί να συμβάλει στην ψυχική υγεία.

      Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η μουσική έχει ηθοπλαστική δύναμη και υποδείκνυε το ρόλο της στην ανατροφή μιας γενναίας και ηρωικής προσωπικότητας- στηρίγματος του κράτους. Θεωρούσε ότι οι ρυθμοί και οι τόνοι, επιδρώντας στη σκέψη, την κάνουν αντίστοιχη με αυτούς τους ίδιους, γι’ αυτό η καλύτερη φύλαξη του κράτους είναι η «σοβαρή και με καλό ρυθμό» μουσική, η σεμνή και η απλή και όχι η «θηλυπρεπής ή άγρια».).Αναφέρει δε στο έργο του Νόμους πως γνώριζαν οι αρχαίοι την πολυφωνία  προτιμώντας όμως μονοφωνικές με ισοκρατήματα μελωδίες και μή θεωρώντας πρέπον να ασκούν τα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο.

     Ο Αριστοτέλης στο έργο του Πολιτικά, υποστηρίζει ότι (Shaboutin, 2005):

Η ικανότητα της μουσικής να επιδρά στις ψυχικές καταστάσεις των ακροατών είναι συνδεδεμένη με την προσομοίωση με τον ένα ή τον άλλο χαρακτήρα (...) οι μουσικοί τόνοι διαφέρουν ουσιαστικά ο ένας από τον άλλο, ώστε κατά την ακρόασή τους εμφανίζεται σε μας διαφόρων ειδών διάθεση, και δε συμπεριφερόμαστε καθόλου κατά τον ίδιο τρόπο σε κάθε έναν από αυτούς, έτσι, παραδείγματος χάρη, ακούγοντας τους μουσικούς τόνους του ενός είδους δοκιμάζουμε μια διάθεση περισσότερο συμπονετική και θλιμμένη, ακούγοντας τους τόνους ενός άλλου είδους, τους λιγότερο αυστηρούς, απαλύνεται η διάθεσή μας, άλλοι μουσικοί τόνοι μας προκαλούν κατά βάση μια μέση ισορροπημένη διάθεση. Την τελευταία ιδιότητα την κατέχει προφανώς μόνο ένα είδος τόνου, συγκεκριμένα ο δωρικός τρόπος. Σε ότι αφορά τον φρυγικό τόνο, αυτός επιδρά σε μας με διεγερτικό τρόπο.

     Ο Ιπποκράτης συνιστούσε θεραπείες με μουσική και τεκμηρίωνε τις ποικίλες επιδράσεις της στους ανθρώπους (Shaboutin, 2005).

      Είναι πολυάριθμες οι αναφορές για τις επιδράσεις της μουσικής, που συναντά κανείς και σε κείμενα από την αρχαία Ρώμη μέχρι την εποχή της Αναγέννησης και αργότερα από το Μεσαίωνα μέχρι και σήμερα και τα οποία καλύπτουν ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό (Shaboutin, 2005). Οι σωματικές επιδράσεις της μουσικής άρχισαν ουσιαστικά να μελετώνται από τα τέλη του 19ου αιώνα, με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και της Φυσιολογίας, οπότε έγιναν εφικτές και οι πειραματικές μετρήσεις.

Σωματικές επιδράσεις της μουσικής

      Όταν η μουσική εισχωρήσει στα αυτιά του ανθρώπου, οι ήχοι μετατρέπονται σε ερεθίσματα που ταξιδεύουν από τα ακουστικά νεύρα στο θάλαμο του εγκεφάλου, τον σταθμό αναμετάδοσης των συναισθημάτων και των αισθήσεων. Όταν διεγερθεί ο θάλαμος, δραστηριοποιεί το φλοιό του εγκεφάλου, ο οποίος με τη σειρά του εκπέμπει ερεθίσματα στον θάλαμο, οπότε δημιουργείται ένα κύκλωμα δονήσεων που ενισχύεται όσο διαρκεί η μουσική. Κατά την ακρόαση μουσικής μπορεί να εκδηλωθούν εξωτερικές σωματικές αντιδράσεις που μπορεί να έχουν τη μορφή ρυθμικού χτυπήματος του ποδιού, λικνίσματος, κουνήματος του κεφαλιού ή ρυθμικών κινήσεων των χεριών. Μέσα στον εγκέφαλο ο θάλαμος, ο υποθάλαμος, η παρεγκεφαλίδα και τα εγκεφαλικά ημισφαίρια, παίζουν ενεργό ρόλο στην επεξεργασία των μουσικών τόνων και των ρυθμών, μετατρέποντάς τους σε αναγνωρίσιμες μουσικές δομές και προσδίδοντάς τους διανοητικό και συναισθηματικό νόημα. Ο υποθάλαμος που συνδέεται μέσω νευρικών οδών με το θάλαμο, ρυθμίζει το μεταβολισμό, τον ύπνο, την αφύπνιση και άλλες σωματικές λειτουργίες. Μέσω αυτού, τα ερεθίσματα της μουσικής μεταφέρονται στα άλλα εγκεφαλικά κέντρα. Γύρω από το θάλαμο βρίσκεται το κέντρο των αισθημάτων, που λειτουργεί σε αλληλεπίδραση με το ενδοκρινικό σύστημα, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει την αναπνοή, τον παλμό, την κυκλοφορία του αίματος και τις εκκρίσεις των διαφόρων αδένων (McClellan, 1991).

      Η μελέτη, επομένως, των σωματικών αντιδράσεων προέρχεται και βασίζεται στη φυσιολογία, την ανατομία, τη νευρολογία και τη βιοχημεία και περιλαμβάνει μετρήσεις σε πολλές σωματικές αντιδράσεις, όπως κινητικές, μυϊκές, χημικές και άλλες, επικεντρωμένες σε εγκεφαλικές λειτουργίες. Σήμερα, η ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας έχει βοηθήσει πολύ στο να επεκταθούν οι έρευνες, ωστόσο τα αποτελέσματα ορισμένων από τις πρώτες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν δεν διαφοροποιούνται από τα σημερινά στα βασικά τους σημεία. Για παράδειγμα, έρευνες του Dogiel (που αναφέρει ο Diserens, 1923) αναφέρουν ότι τόσο οι άνθρωποι όσο και τα ζώα, ανταποκρίνονται σε μουσικά και ακουστικά ερεθίσματα, αντίστοιχα, με μεταβολές στην κυκλοφορία του αίματος, την αρτηριακή πίεση και την καρδιακή συστολή. (Σακαλάκ, 2004)

      Οι Gabrielsson και Lindstrom (2001), στο τέλος της δεκαετίας του '80, πραγματοποίησαν μία μελέτη σχετικά με τις αντιδράσεις ατόμων που βίωσαν μία ισχυρή μουσική εμπειρία. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έδειξαν ότι η πιο συχνή αντίδραση ήταν τα δάκρυα (από βούρκωμα μέχρι ασυγκράτητο κλάμα). Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή η αντίδραση σχετιζόταν με θετικά συναισθήματα αν και υπήρχαν παραδείγματα όπου τα δάκρυα συνδεόταν με αίσθημα λύπης ή θλίψης. Αμέσως μετά σε συχνότητα ακολουθούσαν το ρίγος και το ανατρίχιασμα, η αίσθηση θερμότητας, η εφίδρωση, το αίσθημα κρύου, η μυϊκή χαλάρωση, η αλλαγή της αναπνοής, η αύξηση του καρδιακού ρυθμού, η αίσθηση βάρους στο στήθος, διάφορες στομαχικές αντιδράσεις, μυϊκή ένταση, τρόμος, κόμπος στο λαιμό, ζαλάδα, πόνος, ξηροστομία.

 

   Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα η μουσική συνοπτικά επηρεάζει (Σακαλάκ, 2004):

•  τον καρδιακό ρυθμό και το σφυγμό • την ηλεκτροδερματική αντίδραση (αναφερόμενη και ως γαλβανική δερματική αντίδραση)

•  το ρυθμό της αναπνοής•  την αρτηριακή πίεση •   την μυϊκή ένταση και το μυϊκό τόνο•  τον όγκο του αίματος•  τη δερματική θερμοκρασία•   τη γαστρική κίνηση•  τα ανακλαστικά της κόρης του ματιού•  την οξυγόνωση του αίματος• τις ορμονικές εκκρίσεις.

                                              Ψυχολογικές επιδράσεις της μουσικής

                                                                       Συναισθηματικές αντιδράσεις

      Σύμφωνα με τον London (2002), αισθανόμαστε ένα συναίσθημα ως αντίδραση σε μια κατάσταση και το συναίσθημά μας κατευθύνεται προς κάποιο αντικείμενο-στόχο, δηλαδή έναν άνθρωπο, ένα αντικείμενο, ή ένα γεγονός, το οποίο διαδραματίζει έναν αιτιώδη ρόλο στο να προκαλέσει μια συναισθηματική κατάσταση. Τα συναισθήματα θεωρούνται γενικά ως «αρκετά συνοπτικές αντιδράσεις» (Juslin & Zentner, 2002:6), έχουν δηλαδή σύντομη διάρκεια.

      Από την άλλη πλευρά, οι διαθέσεις αποτελούν «συναισθηματικές καταστάσεις χαμηλής υποκειμενικής έντασης αλλά σχετικά μακροχρόνιας διάρκειας, συχνά χωρίς προφανή αιτία» (Juslin & Zentner, 2002:6-7). Επομένως, οι διαθέσεις διαφέρουν από τα συναισθήματα τόσο ως προς τη διάρκειά τους όσο και ως προς την έλλειψη προφανούς αιτίας στις διαθέσεις.

      Η δημιουργία συναισθημάτων από τη μουσική είναι ένα μεγάλο θέμα το οποίο συζητείται έντονα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι περισσότερες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στην αντίληψη των ακροατών για τη συναισθηματική έκφραση και όχι στη δημιουργία συγκεκριμένων συναισθηματικών αντιδράσεων (Gabrielsson, 2001' Juslin, 2001' Juslin & Zentner, 2002). Ένας σημαντικός λόγος για αυτό είναι ότι ο τρόπος που βιώνονται οι συναισθηματικές αντιδράσεις είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο και δεν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό. Όπως επισημαίνει και ο Hanslick (1854) «παρακολουθώντας την πορεία που ακολουθεί μια μελωδία για να επιδράσει στη διάθεσή μας, βρίσκουμε ότι ο δρόμος της από το παλλόμενο όργανο έως το ακουστικό νεύρο έχει επαρκώς εξηγηθεί από τη Φυσιολογία. Η νευρική διαδικασία δια της οποίας το αίσθημα του ήχου γίνεται συναίσθημα παραμένει ανεξήγητη» (Hanslick, 1854/2001:94-95). Παρόλα αυτά, υπάρχει σήμερα μια διαδεδομένη πεποίθηση ότι η μουσική κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα στους ακροατές (Scherer & Zentner, 2001).

       Οι Sloboda και Juslin (2001) θεωρούν ότι τα συναισθήματα που προκαλεί η ακρόαση μουσικής είναι δύο ειδών: (α) τα συναισθήματα που αφορούν την αισθητική αξία της μουσικής, δηλαδή το τι αντιλαμβάνεται κανείς ως ωραίο στη μουσική και (β) τα συναισθήματα που παράγονται ή εκφράζονται από τη μουσική, λίγο ή πολύ ανεξάρτητα από την αισθητική της αξία. Ωστόσο, οι δύο κατηγορίες δεν είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη και όπως επισημαίνουν, είναι σημαντικό να γίνεται από τους ερευνητές μια σύνδεση των δύο ειδών έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η όσο το δυνατό καλύτερη κατανόηση των ψυχολογικών πτυχών της μουσικής και των συναισθημάτων.

       Οι ίδιοι επίσης αναφέρουν ότι φαίνεται να υπάρχει κάποια συσχέτιση (αναφερόμενη και ως εσωτερικό συναίσθημα) ανάμεσα στην ένταση των συναισθημάτων που βιώνονται εξαιτίας της μουσικής και σε συγκεκριμένα δομικά χαρακτηριστικά της μουσικής. Αυτή η ένταση μεταβάλλεται συνεχώς κατά το σταδιακό «ξετύλιγμα» της μουσικής.

Τα δομικά χαρακτηριστικά που φάνηκαν να σχετίζονται με τη δημιουργία συναισθηματικών αντιδράσεων είναι οι συγκοπές, οι εναρμόνιες μετατροπίες, οι μελωδικές αποτσιατούρες και άλλες μουσικοθεωρητικές έννοιες οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία και τη διατήρηση ή διακοπή των μουσικών προσδοκιών. Θεωρείται «ότι οι μουσικές προσδοκίες μπορούν να αυξήσουν τη συναισθηματική αντίδραση ακόμα και σε οικεία μουσική» (Sloboda & Juslin, 2001:92)

       Εντούτοις, όπως επεσήμαναν οι Juslin και Zentner (2002), οι περισσότερες μελέτες έχουν ερευνήσει τη διάθεση στη μουσική, ενώ η κύρια παραδοχή σήμερα, είναι ότι η μουσική μπορεί να εκφράσει απλά συναισθήματα και διαθέσεις. Σύμφωνα δε με τη «θεωρία της διέγερσης», η μουσική προκαλεί συναισθήματα στους ακροατές ανάλογα με αυτά που η ίδια εκφράζει. Αυτό που βεβαιώνει το ότι η μουσική είναι για παράδειγμα θλιμμένη είναι η αιτιολογική της δύναμη στο να επιδρά με τις σχετικές αντιδράσεις στον ακροατή (Davies, 2001). Η διέγερση (arousal) κατά τον Becker (2001), είναι καθαρά μια καθολική αντίδραση στη μουσική ακρόαση, η οποία συνδυασμένη με μια εστιασμένη και ενσυνείδητη προσοχή, μπορεί να συνεισφέρει σε ακραίες καταστάσεις συναισθήματος.

      Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι μουσικές παράμετροι που διαμορφώνουν κάθε συναίσθημα, όπως αυτές καθορίστηκαν από ένα πείραμα των Gabrielsson και Juslin το 1996 (Bresin & Friberg, 2000). Τα μουσικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν τα συναισθήματα σε εκτελέσεις πιάνου (τροποποίηση από Bresin & Friberg, 2000). 

                                              

                                                       Συναίσθημα  Μουσικά Χαρακτηριστικά

ΦΟΒΟΣ :  Τέμπο Ακανόνιστο

Ηχητικό επίπεδο : Χαμηλό

Άρθρωση: Κυρίως staccato ή non legato

Χρονικές αποκλίσεις: Μεγάλες               

                                        Δομικές αναδιοργανώσεις

                                         Τεχνική επιτάχυνση(όχι πάντα)

ΘΥΜΟΣ : Τέμπο Πολύ γρήγορο

Ηχητικό επίπεδο : Δυνατό

Άρθρωση: κυρίως non- legato

Χρονικές αποκλίσεις:Συνηθισμένες

                                         Δομικές αναδιοργανώσεις

                                 Αυξημένη αντίθεση ανάμεσα σε  μεγάλες και μικρές αξίες

ΧΑΡΑ : Τέμπο : γρήγορο

Ηχητικό επίπεδο :Συνηθισμένο ή Δυνατό

  Άρθρωση: staccato

Χρονικές αποκλίσεις :Συνηθισμένες

                                                           Διανοητική επίδραση

      Ορισμένα είδη μουσικής φαίνεται να επηρεάζουν τη διανοητική κατάσταση ενός ατόμου αν και παραμένει αδιευκρίνιστος ο ακριβής τρόπος με τον οποίο συμβαίνει αυτό.

      Η χρήση ορισμένων ειδών μουσικής σε θρησκευτικές και θεραπευτικές τελετουργίες προκειμένου να οδηγηθεί κανείς σε κατάσταση έκστασης είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Η έκσταση μπορεί να προκληθεί όταν παίζονται ταυτόχρονα πολλά επαναλαμβανόμενα ρυθμικά μοτίβα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αξιοποίηση μουσικής με τα παραπάνω χαρακτηριστικά για πνευματικούς σκοπούς γίνεται στην Τουρκία, την Αφρική την Ινδονησία, από ορισμένους πολιτισμούς των Η.Π.Α. και της Καραϊβικής και σε όσα μέρη του κόσμου επιβιώνουν ακόμα σαμανιστικές κοινωνίες. Εντούτοις, μουσική που μπορεί να οδηγήσει σε έκσταση συναντάται σε όλους τους πολιτισμούς. Συνήθως στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χρήση τυμπάνων καθώς η έκσταση και τα συνοδευτικά της χαρακτηριστικά συμπεριφοράς, οφείλεται στην επίδραση της ρυθμικής χρήσης κρουστών στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η διέγερση που προκαλούν επηρεάζει πολλές αισθητηριακές και κινητικές περιοχές του εγκεφάλου (οι οποίες μένουν ανεπηρέαστες υπό φυσιολογικές συνθήκες) και επιφέρει τις παρακάτω αλλαγές στη συμπεριφορά όσων συμμετέχουν σε τέτοιου είδους τελετουργίες (McClellan, 1991):1. Οπτικές και ακουστικές εντυπώσεις χρωμάτων, κίνησης και ήχου.2.    Σωματική κίνηση όπως λίκνισμα, περιδίνηση, αναπηδήσεις, τρεμούλιασμα και συσπάσεις.3.    Ασυνήθεις ενοράσεις ή παραισθήσεις.4.  Αύξηση του ρυθμού της αναπνοής, γρήγορο καρδιακό ρυθμό, έντονη εφίδρωση και αναποδογύρισμα των ματιών.

       Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η παρόρμηση για χορό. Η χορευτική μουσική συνήθως περιλαμβάνει έναν συνδυασμό διαφόρων ρυθμών από κρουστά, οι οποίοι συνοδεύουν το βασικό ρυθμό και αντικατοπτρίζονται στις κινήσεις των χορευτών. Αυτού του είδους η αισθητηριακή διέγερση οδηγεί στην έκσταση. Η μουσική που χρησιμοποιείται στις τελετές αυτού του είδους επιλέγεται με βάση την ικανότητά της να προκαλεί τις αναγκαίες σωματικές και πνευματικές αντιδράσεις (McClellan, 1991).

       Θεωρείται ότι η μουσική κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να επηρεάσει διάφορες διανοητικές καταστάσεις, όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί (Krippner,1972)

Διανοητική    κατάσταση   -             Χαρακτηριστικά       -  Επίδραση μουσικής

Συνήθης κατάσταση

Εγρήγορσης               -Λογική σκέψη ,ορθολογισμός   - μπορεί να επαναφέρει στην       κατάσταση αυτή ή να βοηθήσει τη διατήρηση της.

                                                 Επιδίωξη στόχων ,στοχασμούς

Ύπνος                           -    Μικρή διανοητική δραστηριότητα    - μπορεί να προκαλέσει να εμποδίσει ή να τερματίσει τον ύπνο

Υπερδιέγερση -       παρατεταμένη κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας κατά τη διάρκεια  εγρήγορσης, αποτέλεσμα δραστηριοτήτων που απαιτούν έντονη συγκέντρωση ή καταστάσεων που απειλούν την επιβίωση      -     Μπορεί να αποτρέψει ή να παρατείνει αυτή την κατάσταση.

Ευφορία          -Έντονα συναισθήματα παράφορες συγκινήσεις ευχάριστες και θετικές -μπορεί να προκαλέσει ή να εντείνει τέτοιες καταστάσεις .

 Υστερία              -  Έντονα συναισθήματα και παράφορες συγκινήσεις ,συνήθως αρνητικού τύπου και καταστροφικού χαρακτήρα       -     Μπορεί να κατευνάσει.

Αποδόμηση    -    Έλλειψη συνοχής μεταξύ σημαντικών τομέων ή όψεων της προσωπικότητας. Συγγενείς καταστάσεις η  ψύχωση η αποπροσωποποίηση η αμνησία. – Μπορεί να προλάβει την εμφάνισή της  ή να βοηθήσει να ξεπεραστεί. Ορισμένα είδη μπορεί να προκαλέσουν ή να εντείνουν αυτή  την κατάσταση.

Έκσταση  -  διέγερση συγκέντρωση  της προσοχής σ ένα ερέθισμα  -  μπορεί να την προκαλέσει(στον δυτικό πολιτισμό εντάσσεται η ροκ, η χορευτική, η γκόσπελ, η πρωτοποριακή   μινιμαλιστική μουσική.)

Η επίδραση της μουσικής σε διάφορες διανοητικές καταστάσεις (τροποποίηση από McClellan, 1991)


                         
Παράγοντες που επηρεάζουν την επίδραση της μουσικής

                                                         και το μέγεθος της επίδρασης

       Οι παράμετροι που μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο επιδρά η μουσική σε ένα άτομο αλλά και το μέγεθος αυτής της επίδρασης, περιλαμβάνουν μουσικές μεταβλητές, προσωπικούς παράγοντες και παράγοντες που σχετίζονται με τις εξωτερικές συνθήκες και προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη κατάσταση ακρόασης.

        Από έρευνα των Gabrielsson και Lindstrom (2001) προέκυψε ότι οι αντιδράσεις μπορούν να προέλθουν από οποιοδήποτε είδος μουσικής και μάλιστα οι συναισθηματικές επιδράσεις δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το είδος της μουσικής από το οποίο πηγάζουν. Τα μουσικά χαρακτηριστικά που φαίνεται να επιδρούν συχνότερα είναι η ένταση (π.χ. crescendo, diminuendo), το τέμπο (π.χ. accelerando), οι τρόποι (π.χ. μετάβαση από ελάσσονα σε μείζονα), η πυκνή υφή, ο ρυθμός, η μελωδία και η αρμονία. Ειδικότερα, ο Sloboda (2000), σύμφωνα με δική του μελέτη, αναφέρει ότι δάκρυα και κόμπος στο λαιμό προκαλούνται από μελωδικές αποτσιατούρες, ρίγος από ξαφνικές αλλαγές στην αρμονία και η παρατηρούμενη αύξηση του καρδιακού ρυθμού συνδέεται με την επιτάχυνση και τις συγκοπές.
       Στους προσωπικούς παράγοντες, εκτός από τις δημογραφικές μεταβλητές όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα, περιλαμβάνονται και ένα πλήθος άλλων μεταβλητών, όπως η φυσική κατάσταση και διάφοροι γνωσιακοί παράγοντες. Στους τελευταίους περιλαμβάνονται οι προσδοκίες, η προσήλωση, η ευαισθησία, η δεκτικότητα, οι θετικές ή αρνητικές αναμνήσεις σε σχέση με τη μουσική, η εξοικείωση με το μουσικό κομμάτι ή το μουσικό είδος γενικότερα καθώς και οι τεχνικές γνώσεις σε σχέση με τη μουσική (Gabrielsson, 2001).Όπως αναφέραμε,η
επίδραση που ασκεί η μουσική στην ψυχολογία του ανθρώπου, είναι πιο έντονη όταν πρόκειται για άτομα με αδύνατη μουσική μόρφωση. Αντίθετα ένα άτομο με μουσική καλλιέργεια και πλατιά γνώση τη μουσικής και της τεχνικής της, έχει μια κριτική προδιάθεση απέναντι σε κάθε νέα ακρόαση που τον κάνει να αναπτύσσει αντιστάσεις και να μην αφήνεται εύκολα στη συγκινησιακή επίδραση της μουσικής.

       Η εξοικείωση φαίνεται να έχει εξέχουσα θέση μεταξύ των παραγόντων καθώς επηρεάζει την προτίμηση και συνακόλουθα το μέγεθος της επίδρασης. Ο Hargreaves (1986) μελέτησε την επίδραση της εξοικείωσης στην προτίμηση και πρότεινε ότι αυτή ακολουθεί το σχήμα κωδωνοειδούς καμπύλης.

 

 

Υποθετική καμπύλη που συνδέει την προτίμηση με την εξοικείωση/χρόνο (Hargreaves, 1986)

      Ο Hargreaves (1986) θεωρεί, όπως φαίνεται και από την καμπύλη, ότι η προτίμηση σε ένα εντελώς νέο ερέθισμα είναι αρχικά αρνητική. Καθώς το ερέθισμα γίνεται πιο οικείο, η προτίμηση γίνεται σταδιακά όλο και πιο θετική, φτάνοντας το αποκορύφωμα σε ένα βέλτιστο βαθμό εξοικείωσης και στη συνέχεια η αύξηση της εξοικείωσης συνεπάγεται τη μείωση της προτίμησης, η οποία καταλήγει αρνητική σε πολύ υψηλά επίπεδα εξοικείωσης.

      Σύμφωνα με τον McClellan (1991), η συνεχής ακρόαση του ίδιου είδους μουσικής ή η ενεργός συμμετοχή στη δημιουργία και την εκτέλεσή της ενισχύει την επίδρασή της και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια μόνιμη αλλαγή στο άτομο, επηρεάζοντας τη σχέση του με τον έξω κόσμο -τα γεγονότα, τους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον. Μετά από μια παρατεταμένη χρονική περίοδο ενασχόλησης μπορεί τα χαρακτηριστικά της μουσικής να αρχίσουν να αντικατοπτρίζονται στις κινήσεις, την ομιλία και την αντίληψη που υπάρχει για το χρόνο, αντανακλώντας την εσωτερική επίδραση της μουσικής με την οποία ασχολείται. Εξίσου σημαντικό ρόλο στο μέγεθος της επίδρασης παίζει η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου κατά την ακρόαση καθώς και διάφορα στοιχεία της προσωπικότητάς του, όπως η ιδιοσυγκρασία και η ωριμότητα (Gabrielsson 2001).

      Ο Farnsworth (1969) υποστηρίζει ότι η επίδραση της μουσικής είναι μεγαλύτερη όταν αυτή έχει κάποιο νόημα για τον ακροατή. Δηλαδή, «μια δεδομένη σύνθεση μπορεί να προκαλέσει μια σειρά επιδράσεων σε ένα άτομο που ασχολείται με τη μουσική και τελείως διαφορετικές σε κάποιο άλλο που δεν έχει μουσική κλίση, ή ακόμα, η επίδρασή της μπορεί να διαφέρει από τη μια φορά στην άλλη, στο ίδιο άτομο. Δεν υπάρχει καμία σύνθεση που να εξασφαλίζει πως θα προκαλέσει ακριβώς ίδιες ή έστω παρόμοιες σωματικές μεταβολές στα μέλη ενός πληθυσμού» (Farnsworth, 1969:213).

       Εκτός από τους προσωπικούς, καθοριστικοί είναι και οι φυσικοί   παράγοντες. Για παράδειγμα, οι ακουστικές συνθήκες, η ζωντανή ή ηχογραφημένη μουσική, ο χώρος (εσωτερικός ή εξωτερικός) η θέση του ακροατή σε σχέση με τους εκτελεστές ή ανάμεσα σε άλλους ακροατές, η εποχή, οι καιρικές συνθήκες κ.α. Οι κοινωνικοί  παράγοντες που επηρεάζουν την επίδραση της μουσικής (π.χ. μέγεθος και συμπεριφορά του κοινού), καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.

                                                   Mουσικοθεραπεία
        Η σύγχρονη μουσικοθεραπεία βασίζεται σε τρεις θεμελιώδεις αρχές-μεθόδους 

Α. εμπειρία μέσα από τη δομή (instruction),
Β. εμπειρία στην αυτοοργάνωση και
Γ. εμπειρία σε σχέση με τους άλλους. (Στην προκειμένη περίπτωση η λέξη εμπειρία δε φανερώνει μόνο, γεγονότα του παρελθόντος, αλλά γεγονότα που γίνονται και κατά το παρόν από τον ασθενή).
       Η μουσικοθεραπεία προσφέρει στον καθένα την κατάσταση της εμπειρίας των γεγονότων μέσα από συγκεκριμένους τρόπους. Οι αρχές-μέθοδοι προσπαθούν να συγκεκριμενοποιήσουν τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να δέχεται το άτομο, μια εμπειρία. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο μουσικοθεραπευτής είναι το πρόσωπο που θα αναλάβει την ευθύνη, για να χειριστεί κατάλληλα τη μουσική, - τον συνδετικό κρίκο- μεταξύ του και του ασθενή ή της ομάδας και να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Κανείς μ/θεραπευτής δεν μπορεί βέβαια ν’ αλλάξει τις εμπειρίες του παρελθόντος του ασθενή, αλλά μπορεί να οργανώσει μια παροντική κατάσταση, ώστε ο ασθενής να μπορεί να αντιληφθεί αυτές με διαφορετικό τρόπο, και να τις χρησιμοποιήσει για ένα καλύτερο μέλλον.

Καθεμιά από τις τρεις θεμελιακές αρχές-μεθόδους της μουσικοθεραπείας, στηρίζεται σε ορισμένες επίσης αρχές, που ταυτόχρονα αποτελούν και ιδιαίτερα γνωρίσματα της μουσικής.Έτσι:

      Α) Η εμπειρία μέσα από την δομή στηρίζεται στις παρακάτω αρχές: 1) Η μουσική απαιτεί η ανθρώπινη συμπεριφορά να έχει συγκεκριμένο ρυθμό, κάποια δομή στο χρόνο. 2) Επιτρέπει την άμεση συνεχόμενη αντικειμενική συμπεριφορά με ικανότητες που εκφράζονται μέσω αυτής. 3) Η μουσική προκαλεί συμπεριφορά η οποία επηρεάζει. 4) Προκαλεί συμπεριφορά η οποία είναι προσεγγίσιμη στους άλλους α) η μουσική απαιτεί αυξημένη ευαισθησία για να την αντιληφθείς και

      β) μπορεί να δημιουργήσει ιδέες και σχέσεις έξω από τη μουσική την ίδια. Η εμπειρία μέσα από τη δομή αναφέρεται σε τέτοιες συμπεριφορές ενός ατόμου, οι οποίες προέρχονται μέσα από μια μουσική εμπειρία (ενασχόληση). Βάση της είναι ότι θέτει τον ασθενή σε περιβάλλον, ώστε η μελλοντική του συμπεριφορά ν’ αρχίσει να καθορίζεται πρωταρχικά από τους μουσικούς παράγοντες της εμπειρίας και όχι από την προσωπική του εμπειρία με το περιβάλλον.

      Για να καλλιεργηθούν τα θετικά συναισθήματα στον ασθενή, η μουσική εμπειρία δεν πρέπει να είναι συνεχής, αλλά μεθοδική για να αντέξουν στο χρόνο οι επιρροές της. Το κίνητρο για την εμπειρία είναι συνήθως η εσωτερική ποιότητα της μουσικής, η οποία κουβαλάει μαζί της μια πειθώ για μια ορισμένη συμπεριφορά. Σ’ αυτό το επίπεδο ο ασθενής μπαίνει πλέον σ’ ένα μουσικό περιβάλλον. Αρχίζει να σέβεται ορισμένους κανόνες του μουσικού περιβάλλοντος. Το να κερδίσεις αυτόν το σεβασμό γίνεται εύκολα, γιατί προέρχεται από την μουσική και δεν είναι επιβολή ενός ατόμου. Αυτή η συνειδητοποίηση της μουσικής δομής από το άτομο είναι αναγκαία για να του δημιουργηθεί μια επεξεργασμένη σύνδεση (συμβόλων-συνειρμών) με την απωθημένη εμπειρία. Μαζί μ’ αυτή τη σύνδεση, ο ασθενής αισθάνεται την ανάγκη ν’ ανακαλύψει τις δυνατότητές του και να τις κυβερνήσει, να κυριαρχήσει δηλαδή μέσα του. Οι κύριοι στόχοι της μουσικοθεραπείας είναι να επεκτείνει την προσωρινή αφοσίωση του ασθενή στη μουσική, να την κάνει πιο ποικίλη και να δημιουργήσει μια κατάσταση συνειδητότητας.
      Β. Η εμπειρία στην αυτοοργάνωση στηρίζεται στις ακόλουθες αρχές: 1) Η μουσική δημιουργεί αυτοέκφραση. 2) Η μουσική προκαλεί τους ασθενείς να προσπαθήσουν να ασχοληθούν με κάτι δημιουργικό. 3) Προκαλεί ευκαιρίες για κοινωνική αναγνώριση, επιβράβευση και μη-επιβράβευση. 4) Προκαλεί αυτοπεποίθηση που απορρέει από τις πετυχημένες μουσικές ενασχολήσεις του ασθενή και ανύψωση του ηθικού του, γιατί νοιώθει το αίσθημα ότι είναι χρήσιμος κι έτσι κερδίζει την εκτίμηση των γύρω του. Η εμπειρία μέσα από την αυτοοργάνωση αφορά εσωτερικές αντιδράσεις που προέρχονται από την συμπεριφορά του ασθενή κι έχει να κάνει με τους τρόπους, τα ενδιαφέροντα, τις αξίες του, αυτά που εκτιμά και το τι σημαίνουν γι? αυτόν αυτά. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στην εσωτερική ικανοποίηση του ασθενή και αφορά την αισθητική εμπειρία. Σ’ αυτό το επίπεδο ο ασθενής μπορεί ν’ ανακαλύψει ποιος είναι στην πραγματικότητα, να βρει τους δικούς του τρόπους που θέλει να ζει, να εκτιμά τον εαυτό του και τις ικανότητές του. μπορεί ακόμη να ανακαλύψει ότι με αυτές τις ικανότητες μπορεί να βοηθήσει και άλλους. Σκοπός της μουσ/θεραπείας εδώ, είναι να κάνει τον ασθενή να παίρνει ικανοποίηση, αναγκαία γι? αυτόν για να ψάξει από μόνος του και για άλλες τέτοιες εμπειρίες και ν? ανακαλύψει ότι αυτές οι εμπειρίες οδηγούν στη διατήρηση μιας επικοινωνίας με το περιβάλλον του.

     Γ. Η εμπειρία σε σχέση με τους άλλους στηρίζεται στις εξής αρχές: 1) Η μουσική παρέχει τη δυνατότητα στην αυτοέκφραση να γίνει κοινωνικά αποδεκτή. 2) Δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή να έχει τη δική του γνώμη και αντίδραση μέσα στην ομάδα. 3) Η μουσική δίνει τη δυνατότητα για αποδοχή της ευθύνης απέναντι στο άτομο και στους άλλους προκαλώντας αυτοκινούμενη ή ετεροκινούμενη συμπεριφορά. 4) Η μουσική προκαλεί επικοινωνία με τους άλλους και κοινωνικοποιεί ομαλά τον ασθενή. 5) Προκαλεί επίσης την εμπειρία της συνεργασίας και του συναγωνισμού με κοινωνικά αποδεκτές μεθόδους. 6) Η μουσική διασκεδάζει ταυτόχρονα, γεγονός που είναι αναγκαίο για τους θεραπευτικούς σκοπούς. 7) Η μουσική τέλος είναι ικανή να βοηθήσει να μάθει ο ασθενής «κανόνες» κοινωνικά αποδεκτούς.
        Η μέθοδος αυτή αναφέρεται στη σχέση ασθενή και ασθενή μέσα στην ομάδα. Η μουσική προκαλεί εμπειρίες σε άτομα που είναι μέλη ομάδας. Αυτή είναι η αιτία, ο λόγος για να βρίσκονται μαζί. Συνήθως για να γίνει δεκτό το άτομο στην ομάδα, θα πρέπει να έχει και προηγούμενη μουσική ενασχόληση. Αυτό κάνει τον ασθενή να οργανώνεται σύμφωνα με αυτό που θέλει η ομάδα και να συμβάλλει έτσι σε καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτή η εμπειρία τον κάνει να νιώθει ότι είναι χρήσιμος στους άλλους. Έτσι αποκτάει ταυτότητα σε μια μεγαλύτερη ομάδα ενώ ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα για πρόσβαση στην ταυτότητά του. δηλαδή η σύγκρισή του με τους άλλους τον κάνει να συνειδητοποιεί τις ικανότητές του, και να προσπαθεί να φτάσει

ολοένα ανώτερους στόχους. Αν όμως η σύγκριση γίνει με αθέμητα μέσα, η προσπάθεια θα απορριφθεί από τον ίδιο τον ασθενή και το ενδιαφέρον του για να συνεχίσει θα χαθεί. Σ’ αυτό το στάδιο, σκοπός της μ/θεραπείας είναι να αυξήσει το πεδίο στην ομάδα, μέσα στο οποίο να μπορεί ο ασθενής να αντιδρά επιτυχώς. Επίσης να αυξηθεί η ευκαμψία της συμπεριφοράς του και τέλος να του δοθούν ευκαιρίες- μέσω πάντα της μουσικής- που θα τον βοηθήσουν να δει τον εαυτό του και τη ζωή του σαν φυσιολογικά ενταγμένο μέλος της κοινωνίας.
        Οι παραπάνω μέθοδοι εφαρμόζονται σε άτομα με νευρώσεις και ψυχοσωματικές διαταραχές, για τη θεραπεία κωφαλάλων, σε παιδιά, ή και ανήλικους με γλωσσικά ή κινητικά προβλήματα, ακόμη σε αυτιστικά άτομα και τέλος σε αλκοολικούς και τοξικομανείς. Σε κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες το είδος της μουσικής που χρησιμοποιείται σαν συνδετικός κρίκος ασθενή και μουσικοθεραπευτή είναι ανάλογο κάθε φορά με την περίπτωση καθώς και την ιδιοσυγκρασία του ασθενή. Για παράδειγμα, σε μια ομάδα παιδιών με προβλήματα επικοινωνίας και συμπεριφοράς χρησιμοποιούνται σταδιακά οξείς ήχοι. Αυτοί είναι πλούσιοι σε υψηλές συχνότητες, οι οποίες διεγείρουν τον εγκεφαλικό φλοιό, ενεργοποιώντας το νευρικό σύστημα, χωρίς να το κουράζουν. Για τη θεραπεία τοξικομανών, γίνεται ακρόαση συνήθως αργής μουσικής που προκαλεί χαλάρωση του μυϊκού τόνου και επιβράδυνση του ρυθμού της καρδιάς και της αναπνοής. Μ’ αυτό τον τρόπο κατευνάζονται οι ανησυχίες τους και τους παρέχεται η δυνατότητα της ενδοσκόπησης, ενώ ταυτόχρονα η χαλάρωση προκαλεί συναίσθημα ευφορίας, που ευνοεί μια νέα διαθεσιμότητα και μια μεγαλύτερη δεκτικότητα σε εξωτερικά ερεθίσματα. Εκατοντάδες ακόμη περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται με επιτυχία η μουσικοθεραπεία, καθιστούν τη μουσικοθεραπεία, επιστήμη της ανθρώπινης προσέγγισης και επικοινωνίας και αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά ότι η μουσική είναι η πιο ευγενική από τις τέχνες. Η μουσική φαίνεται να αποτελεί έναν από τους πιο άμεσους, κατανοητούς και δημιουργικούς τρόπους επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.

                               Ειδικές εφαρμογές της Μουσικοθεραπείας
                                          
Μουσικοθεραπεία & τοκετός
Ερευνητικά προγράμματα μελετούν την εφαρμογή των μεθόδων της μουσικοθεραπείας στη διαδικασία του τοκετού. Ειδικά μουσικά ακούσματα πριν, κατά τη διάρκεια, ή μετά τον τοκετό υποβοηθούν τη φυσιολογική διαδικασία της γέννας: την εστίαση της προσοχής, της αναπνοής, τη χαλάρωση, τη διέγερση αποκρίσεων που δημιουργούν ευχαρίστηση. Ο μουσικοθεραπευτής παρευρίσκεται στην αίθουσα του τοκετού ρυθμίζοντας τα εκάστοτε μουσικά ακούσματα, την εναλλαγή τους, συγκρίνοντας τα διαστήματα που μεσολαβούν με ή χωρίς αυτά. Οι συμμετέχοντες απαντούν σχετικά με την εμπειρία τους σε ειδικό ερωτηματολόγιο μία εβδομάδα μετά την εν λόγω διαδικασία.
                              
Μουσικοθεραπεία & νοητική στέρηση
Η νοητική στέρηση αφορά διαταραχές ανάπτυξης σε τέσσερις κύριους τομείς: γνωστικό, κινητικό, γλωσσικό και κοινωνικό/ συναισθηματικό. Η βελτίωση των κινητικών δεξιοτήτων αφορά την εφαρμογή απλών κινήσεων, γνέψιμο του κεφαλιού στο άκουσμα ενός ρυθμού, ρυθμικό χτύπημα του ποδιού, ή και πιο πολύπλοκες κινήσεις. Ο συνδυασμός μουσικής και κίνησης ευνοεί την εκπαίδευση και άλλων δεξιοτήτων, π.χ. την εστίαση της προσοχής, τη διατήρηση βλεματικής επαφής, την ακολουθία οδηγιών, την κατανόηση πολύπλοκων νοημάτων, αλλά και τη διδασκαλία ακαδημαϊκού υλικού για το οποίο δεν ενδείκνυται άλλη αποτελεσματική μέθοδος. Μουσικές δραστηριότητες διευκολύνουν επίσης την παραγωγή συγκεκριμένων ήχων προς βελτίωση της ομιλίας: τονισμός συγκεκριμένων λέξεων ενός τραγουδιού, άσκηση μνήμης προτάσεων του τραγουδιού, ασκήσεις άρθρωσης για ευκρινή ομιλία, απόκριση σε συγκεκριμένους ήχους κλπ. Παράλληλα, η συμμετοχή στις εν λόγω δραστηριότητες υποβοηθά τη συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του συμμετέχοντος. Τέλος, υποδεικνύονται και νέοι τρόποι ψυχαγωγίας και αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, όπως, για παράδειγμα, η εκμάθηση του τρόπου λειτουργίας ενός στερεοφωνικού συγκροτήματος, της αγοράς εισιτηρίων για μια συναυλία, ενός cd κλπ.
                               Αντιμετώπιση του πόνου
Σε ειδικά νοσηλευτικά ιδρύματα χωρών του εξωτερικού η μουσική χρησιμοποιείται συχνά στην αντιμετώπιση καταστάσεων χρόνιου ή παροδικού οξέος πόνου. Όπως τονίζεται, η μουσική και ο πόνος, ως αισθητηριακά ερεθίσματα, λαμβάνονται ή αποστέλλονται από τον ανθρώπινο εγκέφαλο και εμφανίζουν πολλές ομοιότητες. Η αισθητηριακή απόκριση εκκινεί από το λιμβικό σύστημα, το κέντρο της συναισθηματικής «ενορχήστρωσης» και «σύνθεσης». Εάν η αισθητηριακή διέγερση που προκαλεί η μουσική έρθει σε συντονισμό με την αντίστοιχη διέγερση που προκαλεί ο πόνος, τότε η ψυχολογική αντίληψη του πόνου τροποποιείται και ελαττώνεται

.
         Οι θεραπευτικές δυνάμεις της, αυτό δηλαδή που ο άνθρωπος γνώριζε ανέκαθεν εμπειρικά, άρχισαν να ερευνώνται από κλάδους της ιατρικής επιστήμης κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

       Σήμερα, από σύγχρονες έρευνες νευροεπιστημόνων γνωρίζουμε ότι: 1) υπάρχει ένας ξεχωριστός μηχανισμός στον εγκέφαλο ο οποίος διαχωρίζει τη μουσική από άλλους ήχους συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας (Πέρετζ, 1999), ότι παρόλο που το δεξί είναι το κυρίαρχο ημισφαίριο της μουσικής (Πάμφιλντ, 1954) η επεξεργασία των διαφόρων μουσικών στοιχείων πραγματοποιούνται ξεχωριστά στον εγκέφαλο (Σοβέλ-Πέρετζ, 1999), 3) ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητά του να αισθάνεται και να απολαμβάνει τη μουσική πέρα από τις όποιες εγκεφαλικές βλάβες (Πέρετζ, 1999), και 4) ότι η μουσική, εκτός από τέχνη των ήχων, αποτελεί πολύπλοκη εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Ζατόρε 2000).
     Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον πέντε μηχανισμοί εμπλέκονται αποτελεσματικά και μάλλον ταυτόχρονα στη θεραπευτική διαδικασία, προσδίδοντας στη μουσική τον μοναδικό τρόπο επίδρασής της σε ολόκληρο το ανθρώπινο σύστημα νους/σώμα.

 Ο πρώτος -και ίσως ο μόνος- που έχει ερευνηθεί διεξοδικά και αφορά τις συναισθηματικές αντιδράσεις του ανθρώπου στη μουσική, έχει σχέση με το μεταιχμιακό σύστημα (lymbic system).

Ο δεύτερος, που δρα σε γνωστικό νοητικό επίπεδο και αφορά την ιδιότητα της μουσικής να προκαλεί φαντασία, σκέψεις, συνειρμούς και εικόνες, σχετίζεται με τον εγκεφαλικό φλοιό (cortex).

 Ο τρίτος αφορά την ιδιότητα του ρυθμού της μουσικής να συντονίζει τους εσωτερικούς ρυθμούς στο σώμα και έχει σχέση με τον θάλαμο (thalamus). Ένας τέταρτος μηχανισμός, που άρχισε να ερευνάται πρόσφατα, αφορά τον ήχο ως αυτόματο ερέθισμα στα περιφερειακά και επιδερμικά νεύρα. Τέλος, η πνευματικότητα και οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που υπάρχουν στο ομαδικό τραγούδι φαίνεται να παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη διασφάλιση της υγείας.
      Αν και πολλοί μουσικοθεραπευτές είναι της άποψης ότι χρειάζεται να προσδιορίσουμε τον χώρο μας στη θεραπευτική κοινότητα αντί της διαρκούς προσαρμογής μας σε ιατρικά και ψυχολογικά μοντέλα, η μουσικοθεραπεία παραμένει σήμερα μία ψυχοθεραπευτική διαδικασία ολιστικής προσέγγισης, που καθορίζεται από την ανάπτυξη σχέσης αλληλεπίδρασης μεταξύ μουσικοθεραπευτή και πελάτη μέσω της μουσικής. Παρότι έχει συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, που είναι οι σπουδές στη μουσική, η μουσικοθεραπεία δεν είναι ξεκομμένη από κλάδους της ιατρικής επιστήμης, τις άλλες τέχνες και ιδιαίτερα από τις διάφορες σχολές της ψυχολογίας. Όμως, ανεξάρτητα από τις θεωρητικές κατευθύνσεις (Φρόιντ, Γιουνγκ, Ράιχ, Σκίνερ, Λάινγκ, Περλς κ.ο.κ.) σε επίπεδο προσέγγισης (για τους περισσότερους μουσικοθεραπευτές) επικρατούν τα θεωρητικά πρότυπα της ουμανιστικής φιλοσοφίας όπως ειλικρίνεια, αγάπη, αποδοχή, ενσυναίσθηση, τρυφερότητα, χιούμορ και ακόμη σεβασμός και στήριξη της αυτοαντίληψης του πελάτη ως προς την προσωπική και κοινωνική του ανάπτυξη. Διάφορα προβλήματα φαίνεται να είναι κοινά σε πολλά παιδιά και απορρέουν από την αδυναμία τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν το περιβάλλον τους, αφού δεν έχουν την εμπειρία να τα επεξεργαστούν γνωσιακά. Ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας πραγματικότητας τα παιδιά συχνά αναπτύσσουν συμπεριφορές που μπορεί να εκδηλώνονται με διάσπαση της προσοχής, μειωμένη αυτοεκτίμηση, εσωστρέφεια, αυτοκαταστροφικές τάσεις, μαθησιακές δυσκολίες, απομόνωση, κατάθλιψη (εσωστρεφόμενη επιθετικότητα) ή οργή, θυμό, ευερεθιστότητα, φθόνο, παρορμητικότητα κ.λ.π. (εξωστρεφόμενη επιθετικότητα).

                              
          Η προληπτική μουσικοθεραπεία έχει στοιχεία που την κάνουν κατάλληλη για όλες τις ομάδες του μαθητικού πληθυσμού, αφού η μουσική αντανακλά, δραματοποιεί και επικεντρώνει σε θετικούς ή αρνητικούς συσχετισμούς με πρόσωπα και γεγονότα και μας αγγίζει όταν, πολλές φορές, τίποτε άλλο δεν μπορεί. Μέσω της μουσικής ο θεραπευτής δημιουργεί ένα χώρο/πλαίσιο μέσα στο οποίο ο μαθητής θα νιώσει ασφάλεια, έμπνευση και πάνω από όλα αποδοχή, αγάπη και ενθάρρυνση, ώστε μέσα από τους μουσικο-ηχητικούς συμβολισμούς να κάνει συσχετισμούς με τις εσώτερες εμπειρίες του για να τις συνειδητοποιήσει και να τις εκφράσει.

       Η προληπτική μουσικοθεραπεία στοχεύει: 1) με άμεσο και διασκεδαστικό τρόπο να φέρει το παιδί σε επαφή με τον εαυτό του και το πρόβλημά του, 2) να το στηρίξει για να εκφράσει και να μοιραστεί το πρόβλημά του με την ομάδα «εδώ και τώρα», 3) να το βοηθήσει να νιώσει καλύτερα διαπιστώνοντας ότι και άλλα παιδιά έχουν παρόμοια προβλήματα, άρα δεν είναι «μόνο του», 4) να το ενθαρρύνει να απελευθερωθεί από το βάρος των ενοχών του για τις παράλογες συμπεριφορές των «σημαντικών άλλων» για τις οποίες δεν ευθύνεται, 5) να μετουσιώσει (sublimate) τις εμπειρίες του και τις ψυχικές του εντάσεις σε μια οργανωμένη, δημιουργική, αισιόδοξη και κοινωνικά αποδεχτή ενασχόληση που είναι η μουσική. Σταδιακά το παιδί ανοίγει τους συναισθηματικούς του δρόμους, αποκτά αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση και καλύτερη αυτοεικόνα, ενώ μέσα από την ομάδα αναπτύσσεται η συλλογικότητα, η ενσυναίσθηση και η αλληλεγγύη.
 

Αναδημοσιεύσεις πηγές βιβλιογραφία

 

Πηγές:

 Η μουσική ως συστατικό του πολιτισμού του «εθισμού» Γ. Ταντανόζη,Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Μουσικής επιστήμης& Τέχνης

Ebook :οι τέχνες ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου art therapy Aμαλία Ηλιάδη

Εφημερίδα Καθημερινή άρθρο Λιάνας Πολυχρονιάδου 2004 ψυχολόγος μουσικοθεραπεύτρια

Ειρήνη Τζελέπη City University London συμβουλευτική ψυχολόγος ψυχοθεραπεύτρια2008

Bunt L music therapy an art beyond wordsRoutledge London&New York1994

Κανακάκης Γ. Υπάρχει θεραπεία μέσα απ τη μουσική?περ. ψυχολογικό σχήμα τχ1   1990

Davis B W G Feller E K &Thaut HM an introduction to music therapy.Ttheory &practice Wm c Brown publishers USA 1992

Cambell GD Music physician for times to come Quest books Wheaton USA 1995 (243-254)